Για να σου εξασφαλίσουμε μια κορυφαία εμπειρία, στο site μας χρησιμοποιούμε cookies.

Η ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Η ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

 

Αφιέρωμα στην ηρωίδα Λέλα Καραγιάννη - Μπουμπουλίνα

                                                           

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιστορική αναφορά στην δράση της και περιγραφή της προσωπικότητάς της

 

 

Κορυφαία γυναικεία προσωπικότης της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η Λέλα Καραγιάννη έχει αναγνωριστεί και τιμάται ως η πλέον καταξιωμένη και παρασημοφορημένη ηρωίδα της εθνικής αντίστασης κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Γερ­μανικής Κατοχής στην Ελλάδα μεταξύ 1941 - 1944.

Η υπέρτατη φιλοπατρία της, η ανιδιοτέλεια και η αυτοθυσία της, τα φρικτά μαρτύρια που υπέστη από τα SS χωρίς να λυγίσει και ο τραγικός αλλά ανεπανάληπτα ηρωικός της θάνατος, την έ­χουν κατατάξει ανάμεσα στους εθνομάρτυρες του γένους και ανατάξει δικαίως στο πάνθεον των Ηρώων.

Η αξιοθαύμαστη αυτή γυναίκα, που από μεσοαστή νοικοκυρά και πολύτεκνη μητέρα, χωρίς καμία εκπαίδευση, προϋπηρεσία ή εμπειρία σε θέματα στρατιωτικής φύσεως και σημασίας, κατάφερε με τη συμμετοχή της στον αγώνα να επηρεάσει αποτελεσματικά την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και να κερδίσει όχι μόνο τον θαυμασμό των συμμάχων αλλά και τον σεβασμό του εχ­θρού.

Πρωτοπόρος «του μυστικού πολέμου», η Λέλα Καραγιάννη, υπήρξε «ο πρώτος Αθηναίος πολίτης», γυναίκα και μητέρα επτά (7) παιδιών, που ξεκίνησε οργανωμένη αντίσταση κατά των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής μόλις τρεις εβδομάδες από την εισβολή τους στην Αθήνα και την κατάληψη της πόλεως, στις 27 Απριλίου του 1941.

Ιστορικά αυτή η ημερομηνία συνδέεται άμεσα με την γέννη­ση του αντιστασιακού κινήματος των πολιτών και της λεγόμενης «σιω­πηλής στρατιάς». Η σκοτεινή αυτή ημερομηνία σφράγισε ανε­ξίτηλα την καρδιά των Ελλήνων ως η πλέον «μαυροφορεμένη» άνοι­ξη στα χρονικά μας, μετά τη σταύρωση του Θεανθρώπου!

Ολόκληρο το ελληνικό έθνος την ημέρα εκείνη εθρήνησε κα­θώς αντίκρισε την ναζιστική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό, σή­μα κατατε­θέν βίας και θανάτου, να ανεμίζει ιερόσυλα στο βράχο της Ακρο­πόλεως.

Η σπίθα του αθάνατου ελληνικού πνεύματος εφούντωσε στην ψυχή των Ελλήνων μαζί και της ηρωικής μάνας Λέλας Κα­ραγιάννη.

Το ιστορικό DNA που κυκλοφορούσε στο αίμα της και κυ­λού­σε στις φλέβες της την ενέπνευσαν και της έδωσαν την αποφα­σι­στικότητα και το θάρρος να αγωνιστεί για την προάσπιση των υψηλών ιδα­νι­κών της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης.

Λάτρης της ελληνικής γης η Λέλα Καραγιάννη από νεαρής ηλικίας έτρεφε βαθύ σεβασμό και θαυμασμό για τον αρχαίο ελ­ληνικό πολιτισμό, την ιστορία και τις παραδόσεις της πατρίδος της, μαζί με το ακράδαντο πιστεύω της στο δικαίωμα του κάθε αν­θρώπου και του κάθε έθνους να ζει ελεύθερο, δημιουργήθηκε στην ψυχή της το ερέθισμα που την ώθησε να υψώσει το ανάστημά της υπερήφανα και να εμπλακεί σε έναν σκληρό και άνισο αγώνα ενάντια­ στο σιδηρούν προσωπείο του πλέον παντοδύναμου Γ’ Ράιχ.

Η απόφασή της αυτή δίδει μεγάλη βαρύτητα στο έργο της και αποδεικνύει πως η Λέλα Καραγιάννη δεν υπήρξε μία περιστα­σιακή ηρωίδα. Γεννήθηκε επιλεκτικά με το βαρύ πεπρωμένο να υπηρετήσει και να θυσιαστεί ηρωικά για την πατρίδα της. «Οι ήρωες γεννιούνται, δεν γίνονται». Γι’ αυτό και η φύση πολύ σοφά την επροίκισε με εξαιρετικά προσόντα. Η Λέλα Καραγιάννη υπήρξε μία πολυσύνθετη και χαρισματική προσωπικότητα. Ήταν ευφυέ­στα­τη, δραστήρια, αποφασιστική, θαρραλέα, με μεγάλη διορα­τι­κότητα και με σπάνιες ηγετικές ικανότητες. Τα πλούσια φυσικά της προσόντα υπήρξαν και τα μοναδικά της όπλα, χρήσιμα για τον αγώνα της.

Σε μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκε να πρωτοστατεί στις ε­πάλξεις της εθνικής αντίστασης ως επικεφαλής της δικής της ο­μάδος, η οποία επεκτάθηκε, ειδικεύτηκε και έδρασε στους τομείς των φυγαδεύσεων, πληροφοριών και δολιοφθοράς. Ονόμασε την οργάνωσή της «Μπουμπουλίνα», χρησιμοποιώντας το πατρικό όνο­μα της μητέρας της Σοφίας Μπούμπουλη, απόγονο της ιστορικής οικογένειας των Σπετσιωτών καπεταναίων και της εθνικής ηρωίδος της επαναστάσεως του 1821, Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

Η ίδια εμφανίζεται και ενεργεί σε ειδικές περιπτώσεις ως Ελέ­νη Μπούμπουλη αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει το επώνυμο του συζύγου της Ν. Καραγιάννη για να προστατεύσει την οικογένειά της και γίνεται γνωστή ως η Μπουμπουλίνα της Γερμανικής Κατο­χής. Με τη συμμετοχή και την άμεση βοήθεια των έξι μεγαλύτερων τέκνων της, Ιωάννας, Βύρωνος, Ηλέκτρας, Γιώργου, Νέλσονος και Νεφέλης, των ιατρών της οικογενείας, καθώς και ολίγων στενών συγγενών και φίλων, τους οποίους επιστράτευσε και ήταν της απο­λύτου εμπι­στοσύνης της, εδραιώνει μία ομάδα πατριωτών, οι οποί­οι εθελοντι­κά θέτουν την τύχη τους και τις υπηρεσίες τους στα χέρια και στην κρίση της για τον κοινό αγώνα υπέρ της ελευθερίας. Στη μορφή της Λέλας Καραγιάννη οι γενναίοι αυτοί πατριώτες βρήκαν την ηγέτιδα που αναζητούσαν.

Οι πρώτες της ενέργειες με καθαρά ανθρωπιστικό κίνητρο επικεντρώνονται στην ανεύρεση, διάσωση, περίθαλψη και φυγά­δευση αξιωματικών και οπλιτών των βρετανικών και συμμαχικών δυνάμεων που είχαν αποκοπεί από τις μονάδες τους και αποκλει­στεί στην Αθήνα με άμεσο κίνδυνο να συλληφθούν, να βασανι­στούν και να εκτελεστούν. Αβοήθητοι αναζητούσαν καταφύγιο και τρόπο διαφυγής για να επανασυνδεθούν με τις μονάδες τους και να συνεχίσουν τον αγώνα. Για την Λέλα Καραγιάννη η  αποστολή της να διασώζει ζωές όχι μόνο των νεαρών συμμάχων αλλά και όσων εκαταδιώκοντο και εκινδύνευαν από τους Γερμανούς, ανε­ξαρτήτου εθνικότητος και θρησκείας, όπως και πολλούς Εβραίους, απετέλεσε ιερό και επιβεβλημένο καθήκον. Ήταν ένα τεράστιο έργο που έφερε εις πέρας με πολλούς κινδύνους και θυσίες.

Εντούτοις, θεωρούσε πως η προσφορά της στον αγώνα δεν επαρκούσε. Υπέφερε να βλέπει την ταπεινωτική εξαθλίωση του ελ­ληνικού λαού και συνανθρώπων της. Θέλει να χτυπήσει και να πο­νέσει τον εχθρό με ό,τι δυναμικό μπορούσε να διαθέσει. Να επιτα­χύνει την απελευθέρωση και να δώσει τέλος στη βία, τα μαρτύρια και τις πολλαπλές και άδικες εκτελέσεις των ηρωικών συμπατριω­τών της. Γι’ αυτόν τον λόγο αρχίζει να καταστρώνει τολμηρά και ριψοκίνδυνα σχέδια. Με επίλεκτα μέλη της οργανώσεώς της ανα­πτύσσει ένα ισχυρό δίκτυο πληροφοριών και καταφέρνει να διεισ­δύσει στα απόρρητα των φασιστικών και ναζιστικών μυστικών υπηρεσιών και να αποσπάσει άκρως σημαντικές πληροφορίες για τις μετακινήσεις του εχθρού. Τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες τις μεταδίδει στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Αναστολής, με α­ποτέλεσμα να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες στον εχθρό.

Ανατινάξεις αεροδρομίων, καταυλισμών με καύσιμα και πυρο­μαχικά, καταβύθιση υποβρυχίων και νηοπομπών που μετέφεραν τρόφιμα και εφόδια στη Βόρειο Αφρική προς ενίσχυση της στρα­τι­άς του Ρόμμελ και άλλες δολιοφθορές, ή­ταν όλα σχέδια της Λέ­λας Καραγιάννη και της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα».

Ενώ οι Γερμανοί βράζουν από θυμό και προσπαθούν να εντο­πίσουν την πηγή που τους προκαλεί τόσες απώλειες, χωρίς καν να υποψιάζονται πως ήταν μια γυναίκα, οι Βρετανοί κυριολεκτικά την λατρεύ­ουν και την επαινούν, αναγνωρίζοντας την αξία της. Μετά την επι­τυχή έκβαση της κάθε αποστολής, της στέλνουν ευχαρι­στήρια μη­νύματα μέσω του BBC με τον κωδικό «Jackson Jackson ευχαρι­στούμε το άρωμα». Εγνώριζαν ότι η οικογενειακή της επι­χείρηση ήταν αρωματοποιεία.

Με τη μεσολάβηση του Συμμαχικού Στρατηγείου και με συν­δετικό κρίκο τον αρχηγό της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελο Έβερτ, με τον οποίο συνεργαζόταν και ο οποίος την προμήθευε ταυτότητες για τους φυγάδες συμμάχους, η Λέλα Καραγιάννη έρχεται σε επα­φή και συνεργάζεται με τον επικεφαλής αξιωματικό της βρετανικής αποστολής Νεοζηλανδό ταγματάρχη Donald Stott και γίνεται απο­δεκτή στην αγγλική αντικατασκοπεία και μέλος της Force 133 και της FOE «Special Operations Executive».

Τον Ιούνιο του 1944, μετά από τέσσερα θυελλώδη χρόνια, γεμάτα κινδύνους και αγωνίες, η Λέλα Καραγιάννη συλλαμβάνεται, καθώς και πέντε από τα παιδιά της, ο Βύρων, η Ιωάννα, η Ηλέκ­τρα, ο Νέλσον και η Νεφέλη, που είχαν σταθεί στο πλάι της πιστοί και αφοσιωμένοι συνεργάτες.

Οδηγήθηκαν χωριστά στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν 6. Ένα κτίριο γνωστό ως το κολαστήριο του Κολωνακίου. Εκεί που πολλοί πατριώτες μαρτύρησαν και άφησαν την τελευταία τους πνοή. Μάνα και παιδιά είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια ενός σαδιστή και αιμοχαρούς ανακριτή ονόματι Φριτς Μπέκε. Ανακρίνο­νται όλοι τους σκληρά, κακοποιούνται βάναυσα και βασανίζονται απάνθρωπα. Η Λέλα Καραγιάννη και ο γιος της Βύρων υπέφεραν τα χειρότερα μαρτύρια, της τροχαλίας, «φάλαγγα» στα πέλματα των ποδιών, μαστίγωμα και πολλά άλλα.

Το ψυχολογικό μαρτύριο της μάνας είναι εξίσου επώδυνο. Ο ανακριτής Μπέκε εξοργισμένος από την αποτυχία του να της απο­σπάσει ομολογία, την φέρνει σε αντιπαράσταση με τους γιους της Βύρωνα και Νέλσονα. Με το όπλο του κολλημένο στο κεφάλι τους απειλεί να τους εκτελέσει μπροστά στα μάτια της. Εκείνη τότε του είπε: «Είναι παιδιά μου αλλά είναι αθώοι. Είναι όμως και Έλ­ληνες και τους γέννησα για την πατρίδα». Σε κατάσταση παρα­φροσύνης και θυμού ο Μπέκε της λέει: «Θα εκτελεστείτε όλοι». Δεν θέλει όμως να δώσει ακόμα το τέλος. Θέλει να τους βασανίσει όσο μπο­ρεί πιο πολύ.

Από τα κολαστήρια της οδού Μέρλιν η οικογένεια μεταφέρε­ται στις φυλακές συγκεντρώσεως του Χαϊδαρίου. Οι ανακρίσεις, η κακοποίησή τους και η τρομοκρατία συνεχίζεται για τρεις (3) μή­νες. Τα ονόματά τους ήταν πλέον στη μαύρη λίστα για εκτέλεση.

Ο μεγαλύτερος γιος της Γιώργος στάθηκε ο πιο τυχερός από τα αδέλφια του. Ήταν το μόνο παιδί της που δεν βασανίστηκε γιατί κατάφερε να αποδράσει από το γραφείο του ανακριτή που στε­γα­ζόταν στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, την επόμενη μέρα της συλ­λήψεώς του. Με τη βοήθεια της μητέρας του φυγαδεύτηκε στην ύπαιθρο και παρέμεινε υπό την προστασία της βρετανικής απο­στο­λής μέχρι την απελευθέρωση.

Καλοκαίρι του 1944, είναι εμφανές πια ότι ο άξονας χάνει τον πόλεμο. Οι ομαδικές όμως εκτελέσεις των πατριωτών συνεχίζονται. Η Λέλα Καραγιάννη βρίσκεται σε απομόνωση και περιμένει την σει­ρά της. Τρέμει και προσεύχεται για τα παιδιά της. Από την Βέρμαχτ έρχεται διαταγή να αρχίσει η υποχώρηση των στρα­τευ­μάτων κατοχής και να σταματήσουν οι εκτελέσεις. Τα αιμοχαρή όμως SS συνεχίζουν…

Ξημερώματα της 8ης Σεπτεμβρίου του 1944, δυστυχώς μόνο λίγες εβδομάδες πριν από την απελευθέρωση των Αθηνών, γίνεται η τελευταία και πιο άδικη εκτέλεση, γνωστή ως η εκτέλεση των 71 στο Χαϊδάρι. Στο κοντινό δασύλλιο του Δαφνίου έξι (6) γυναίκες και εξήντα πέντε (65) άντρες οδηγήθηκαν στο θάνατο, οι περισσό­τεροι πατριώτες και αγωνιστές της εθνικής αντίστασης. Ανάμεσά τους και κάποιοι προδότες και δοσίλογοι. Η μορφή της Λέλας Κα­ραγιάννη ξεχωρίζει με το παράστημά της. Ατενίζει τον θάνατο με αξιοπρέπεια, υπερηφάνεια και θάρρος. Η φωνή της ακούγεται να ενθαρρύνει τους μελλοθάνατους. «Ψηλά τα κεφάλια μας παιδιά. Είμαστε Έλληνες και πέφτουμε για την πατρίδα». Ενώ στήνονται τα μυδραλιοβόλα και το εκτελεστικό απόσπασμα παίρνει θέση, οι γυναίκες οδηγούνται πρώτες παράμερα στο ύψος μιας μικρής χα­ράδρας. Οι άντρες μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια να αρπάξουν τα όπλα και να κερδίσουν τον έλεγχο, αρχίζουν να ψάλ­λουν τον εθνικό ύμνο βλέποντας με υπερηφάνεια τις έξι (6) γυναί­κες να τραγουδούν και να χορεύουν αναβιώνοντας τον ηρωικό Ζά­λογγο, τον χορό των πολιορκημένων που δεν παραδίδονται:

 

« Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια παντοτινά,

Στη στεριά δεν ζει το ψάρι κι ούτ’ ο Έλλην στη σκλαβιά…».

 

Ξανά τα μυδραλιοβόλα αρχίζουν να κροταλίζουν ανελέητα και να θερίζουν τα ηρωικά κορμιά που ένα-ένα πέφτουν στην αγ­καλιά της γενέτειρας ελληνικής γης.

«Ζήτω η πατρίδα! ζήτω η λευτεριά!», ήταν ο τελευταίος από­ηχος…

Η εκτέλεση αυτή υπήρξε η μελανότερη κηλίδα στην ιστορία της εθνικής αντίστασης. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Νικόλαος Κα­ραγιάννης κατάφερε με την εύνοια της Θείας Πρόνοιας να ελευ­θε­ρώσει τα παιδιά του. Την ίδια όμως εκείνη ώρα η σωρός της μη­τέρας τους ενταφιέζετο στο οικογενειακό μνήμα του Β’ Νεκροτα­φείου Αθηνών με την φροντίδα των δύο αδελφών της Μαρίας και Καλλιόπης.

Την επομένη ημέρα οι Γερμανοί Διοικηταί Μέριγκ και Φύσερ αισθανόμενοι την ευθύνη που επέτρεψαν την απελευθέρωση των παιδιών της Λέλας Καραγιάννη και φοβούμενοι τις συνέπειες, άρχισαν να τα αναζη­τούν ευτυχώς χωρίς αποτέλεσμα.  

 

 

 

 

Εκταφή των οστών της ηρωίδος Λέλας Καραγιάννη 

Διηγείται η εγγονή της Λέλας Β. Καραγιάννη 

 

 

Ξημερώματα της 17ης Οκτωβρίου του 1969. 

Η οικογένειά μας θρηνεί την απώλεια του Πατριάρχη, πατέρα και λατρευτού παππού μου, Νικολάου Καραγιάννη. 

Τα θεμέλια του ψυχικού μου κόσμου σείονται καθώς φιλώ με απέραντη θλίψη το σεβαστό του κούτελο, ζεστό ακόμα. 

Αντίο αγαπημένε μου, του σιγοψιθυρίζω, θα μου λείψεις. Ενώ το πνεύμα του αρχίζει την ανοδική πορεία προς αναζήτηση της πολυαγαπημένης και πολυβασανισμένης συζύγου του και γιαγιάς μου ηρωίδας Λέλας Καραγιάννη, αρχίζει και η δική μου ανηφορική πορεία προς το καθήκον που μου επιβάλλει η ιστορική μου κληρονομιά. 

Το ίδιο εκείνο πρωινό, μετά από 25 χρόνια, ανοίχτηκε το οικογενειακό μας μνήμα για να ακολουθήσει η πρώτη εκταφή των οστών της γιαγιάς μου Λέλας. Μαζί με τον γιο της και πατέρα μου Βύρωνα ήμασταν οι μόνοι παρόντες, μάρτυρες σ΄αυτή τη διαδικασία. Κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, με δέος και συγκίνηση, αντικρίσαμε τα ιερά οστά της, ένα-ένα να ανασύρονται από το χώμα και να τοποθετούνται με σεβασμό σε ένα ψάθινο καλαθάκι για την απαραίτητη περιποίηση και προετοιμασία, όπως επιβάλλεται στην ορθόδοξη χριστιανική μας παράδοση, με σκοπό να επανατοποθετηθούν στον ίδιο χώρο αυτή τη φορά με τη συντροφιά του συζύγου της.  

Μετά το τέλος αυτής της ψυχοφθόρας διαδικασίας, ζητώ αυθόρμητα την άδεια του πατέρα μου να περιποιηθώ και να πλύνω με τα χέρια μου τα οστά της γιαγιάς που γνώριζα για πρώτη φορά, μια που δεν είχα την ευτυχία σαν παιδί να νιώσω τη ζεστασιά της αγκαλιάς της. Είχα όμως τώρα το προνόμιο και την τιμή να την κρατήσω εγώ στην δική μου. 

Από κοντά το θέαμα με συγκλονίζει, καθώς κρατώ με προσοχή και πλένω ένα-ένα το κρανίο και τα άκρα της. Τα λεπτά τοιχώματα των οστών της, κνήμες και μηροί, ήταν διάτρητα από διαμπερή τραύματα του μυδραλιοφόρου. Κρατώ στην αγκαλιά μου το κεφαλάκι της με σεβασμό και απαλά το ασπάζομαι. Επάνω και λίγο δεξιά στο μετωπικό οστού έχασκε μία οπή από το τραύμα της χαριστικής βολής, όπως υπέθεσα. Της μιλώ νοητικά και με πόνο τη ρωτώ: «Ήσουν ακόμα ζωντανή αγαπημένη μου εκείνη τη στιγμή;». «Να τιμάς το όνομά σου, μου απαντά. Προχώρα και μη φοβάσαι, γιατί ζω μέσα σου και θα σε συντροφεύω».